Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Ο ΦΕΝΑΚΙΣΜΟΣ (1) ΤΗΣ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εν χορδαίς και οργάνω από τις πρώτες μέρες της νέας διακυβέρνησης έγινε η εξαγγελία για διαδικτυακή εκδήλωση ενδιαφέροντος για τους γραμματείς των υπουργείων, αλλά και για άλλες θέσεις στα υπουργεία και τους άλλους τομείς της Δημόσιας Διοίκησης. Μόνο για τις 88 θέσεις γραμματέων υποβλήθηκαν περίπου 23.500 βιογραφικά. Και μόνο η μεγάλη συμμετοχή και μάλιστα χωρίς να είναι γνωστοί οι κανόνες του παιχνιδιού, δείχνει ότι επικοινωνιακά η υπόσχεση « απόλυτης και μόνιμης αξιοκρατίας μέσα και έξω από το Δημόσιο» (Γ. Ραγκούσης, Υπ. Εσωτερικών.) (2) βρήκε ανταπόκριση.
Πόσο, όμως, αξιοκρατική μπορεί να είναι μια διαδικασία στην οποία δεν έχουν προσδιοριστεί από την αρχή και με σαφήνεια τα προσόντα, τα κριτήρια, ο τρόπος και οι φορείς που θα αποφασίσουν για τους «άξιους»; Βέβαια, όπως εξελίχθηκε η διαδικασία, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για φενακισμένη αξιοκρατία, αφού μια κλειστή τριμελής (Θ. Πάγκαλος, Χ. Παμπούκης, Ν. Αθανασάκης) και ελεγχόμενη από τον πρωθυπουργό επιτροπή, «η τρόικα του Μαξίμου» επιλέγει, και όχι αξιολογεί, τους γραμματείς. Παράλληλα εκ των υστέρων και εκ του πονηρού ξεκαθαρίζεται ότι «αποφασίσαμε οι περισσότεροι να ασπάζονται την ιδεολογική γραμμή μας, όπως και να είναι αρεστοί στους υπουργούς». (Θ. Πάγκαλος)(3). Άρα το προεκλογικό «οι άριστοι και όχι οι κομματικά αρεστοί» ακυρώνεται πρακτικά και θεωρητικά. Η «πράσινη χημεία» των προθύμων είναι η βάση της φενακισμένης αξιοκρατίας. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύεται και από την πρώτη…δόση ανακοίνωσης των ονομάτων, αφού από τα βιογραφικά των νέων γραμματέων προκύπτει ότι πρόκειται για «αναγνωρισμένους τεχνοκράτες με διασυνδέσεις στο κυβερνών κόμμα», αλλά και με εξαιρέσεις που είναι δεδομένη η ιδεολογικοπολιτική τους ομηρεία. Παράλληλα δίνεται η δυνατότητα να έχουν οι κυβερνώντες υπό την εξουσία τους, δηλαδή πολιτικά και ιδεολογικά όμηρους «μια μεγάλη δεξαμενή στελεχικού δυναμικού» που μπορούν να την διαχειρίζονται σύμφωνα με τα προσωπικά και κομματικά συμφέροντά τους.
Για να θυμηθούμε μια παλαιότερη εύστοχη παρατήρηση του Π. Ευθυμίου «το ΠΑΣΟΚ είναι αλήθεια πως εκδημοκράτισε το «κολλητηριλίκι».(Ναι επί λέξει πριν από 22 χρόνια!)(4) Είναι αλήθεια ότι η διαδικασία επιλογής δεν έχει μόνο επικοινωνιακά χαρακτηριστικά, αλλά έχει και πολιτική ουσία. Οι νέοι κυβερνώντες δηλώνουν σε όλους τους τόνους: « παραλάβαμε ένα κράτος, το οποίο βασίστηκε σε ένα παρωχημένο αναπτυξιακό μοντέλο» (5) Κι ακόμα: «Δεν θα είναι ο υπουργός, ούτε ο κάθε κομματάρχης που θα αποφασίζει». (6) Πέρα από τις ωραίες λέξεις οι νέοι ένοικοι του Μαξίμου επιλέγουν ένα άλλο μοντέλο διακυβέρνησης στο οποίο το κόμμα περιθωριοποιείται και όλη η εξουσία ασκείται από το σκληρό πυρήνα που είναι ο κύκλος των «φίλων» του πρωθυπουργού. Σ’ αυτούς θα δίνουν αναφορά οι γραμματείς και όχι στους υπουργούς τους. Αυτό το μεταμοντέρνο σύστημα διακυβέρνησης δε χρειάζεται στελέχη με πολιτική άποψη, με οσμή από τις κοινωνικές διεργασίες και αγώνες, ούτε του κομματικού σωλήνα, αλλά τεχνοκράτες με λάιτ πολιτικοποίηση αλλά και με διασυνδέσεις με την οικονομική ελίτ και τα Μ.Μ.Ε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η καθηγήτρια που «υπηρέτησε τη γαλάζια διακυβέρνηση»(7),η συνεργάτιδα – «προσωπάρχης» του πρωθυπουργού Γλυκερίας Σιούτη δικηγόρος του Μ. Χριστοφοράκου και της Siemens.(8)
Έγραφε πριν από 22 χρόνια σχεδόν …προφητικά ο Π. Ευθυμίου: «Τα αντικειμενικά προσόντα συνθλίβονται κάτω από τις υποκειμενικές βλέψεις, σκοπιμότητες, συναλλαγές και προσδοκίες. Ο «κολλητός» μπορεί μεν να μη διαθέτει κανένα αντικειμενικό προσόν, διαθέτει όμως ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Γνωρίζοντας δηλαδή ότι δεν αξίζει τη θέση που αναλαμβάνει, ξέρει πως μια αξία στη ζωή του πλέον έχει νόημα: να υπηρετεί δηλαδή τον «κολλητό» του με τυφλή αφοσίωση και πίστη, εξυπηρετώντας με την ίδια λογική και όλα τα «κολλητηράκια» (9)
Πέρα από τα εξωτερικά στοιχεία εντυπωσιασμού το μεταμοντέρνο αυτό σύστημα δεν είναι ριζοσπαστικό, αλλά πιο κλειστό από το προηγούμενο, ένα κράμα του αντίστοιχου βρετανικού και σουηδικού μοντέλου. Τα «πολιτικά κλοπιμαία» μεταξύ Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς για τα οποία γίνεται λόγος σε διεθνές επίπεδο, δηλαδή η αντιγραφή μοντέλων διακυβέρνησης, όπως το γερμανικό για τις εκλογές ή για την «διοικητική μεταρρύθμιση» δεν συνιστούν πολιτική ανατροπής, αλλά διαχείριση για τη διαιώνιση της κυριαρχίας των ολίγων και ισχυρών. Άλλωστε η εξουσία είναι εξ ορισμού κατάληψη μιας κυρίαρχης θέσης και οι κυρίαρχες θέσεις είναι προνομιακές και λίγες για τους λίγους και πρόθυμους ακολούθους τους.
Τα περί «ανοιχτής διακυβέρνησης» και πίστης στις αξίες της διαφάνειας και της λογοδοσίας» παραπέμπουν στη « δημοκρατία» του ατομικισμού και του λαπ-τοπ. Το ελκυστικό σύνθημα «πρώτα ο πολίτης» σημαίνει «διαβούλευση» του μεμονωμένου ατόμου με τους κυβερνώντες μέσω Internet. Γιατί έτσι παραγκωνίζονται κοινωνικοί, συνδικαλιστικοί και άλλοι φορείς που δεν ελέγχονται από την «υπερδομή» ή την «αυλή» του Μαξίμου. Το δόγμα «βρείτε τα με τον Χάρη» εννοώντας τον Χ. Παμπούκη υπουργό Επικρατείας δεν έχει καμιά σχέση με δημοκρατική άσκηση της εξουσίας.
Σε τελική ανάλυση φενάκη, απάτη είναι και η βαθιά ριζωμένη αντίληψη για τη φυσικά αριστοκρατία που αποτελεί ένα είδος ρατσισμού, ότι, δηλαδή, υπάρχουν άνθρωποι με περισσότερες ικανότητες, άρα ανώτεροι και άλλοι με λιγότερες, άρα κατώτεροι. Αυτός ο κοινωνικός δαρβινισμός της κυριαρχίας των αξίων και ικανών πάνω στους λιγότερο άξιους ντύνεται με τον μανδύα της αξιοκρατίας αποκρύβοντας το αποκρουστικό πρόσωπο ενός τεχνοκρατικού ολοκληρωτισμού, της κυριαρχίας με άλλα λόγια των ειδικών στην πολιτική και κοινωνική ζωή. Αυτή η αντίληψη μας φέρνει πίσω από τη διακήρυξη του 18ου αιώνα ότι «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι»(10).
Κάθε κυρίαρχη τάξη έχει την τάση να ερμηνεύει ως «φυσική» ανικανότητα τις περιορισμένες ικανότητες πολλών ανθρώπων των ασθενέστερων τάξεων που στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών διακρίσεων και ανισοτήτων. Με άλλα λόγια τόσο οι ικανότητες που μπορεί να αναπτύξει το άτομο, όσο και οι ευκαιρίες για κοινωνική δράση προσδιορίζονται, κυρίως, από την κοινωνική θέση. Η κοινωνική θέση του καθένα παίζει αποφασιστικό ρόλο και σχετικά με τις ευκαιρίες, αλλά και τις δυνατότητες εξέλιξης. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που τα άτομα ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες η αξιοκρατία είναι τυπική και απατηλή. «Δεν είναι τίποτα πιο άδικο από το να μεταχειρίζεσαι ίσα άνισους». Ούτε, βέβαια, είναι εφικτή η ισότητα ευκαιριών σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από την άνιση κατανομή πλούτου και εξουσίας.


Σημειώσεις – Βιβλιογραφία.
1. φενακισμός = απάτη, εξαπάτηση.
2. Π. Παπαδόπουλος, Γιάννης Ραγκούσης, Ο υπέρμαχος της πράσινης σεμνότητας, ΤΟ ΒΗΜΑ,
Κυριακή 1 – 11 – 2009.
3.Θ. Πάγκαλος, Συνέντευξη στον Κ. Ζούλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 1 – 11- 2009 .
4.Π. Ευθυμίου, Η «κοινωνία»των κολλητών, ΤΟ ΒΗΜΑ 23 – 8 - 1987
5.Γ. Πανάρετος, Η ΑΥΓΗ, Τρίτη 3 – 11 – 2009.
6.Γ. Πανάρετος, ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, Κυριακή 8 – 11 – 2009.
7.ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, Η καθηγήτρια που υπηρέτησε τη γαλάζια διακυβέρνηση, Κυριακή 8 – 11 – 2009.
8.ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, Συνήγορος του Χριστοφοράκου η προσωπάρχης του Γιώργου!, Κυριακή 8 – 11 – 2009.
9.Π. Ευθυμίου, ο. π.
10.Thomas Jefferson, Προοίμιο της Αμερικανικής Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας.

ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΕΤΕΙΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΓΝΩΣΗ

«Δίχως Ιστορία, η εξουσία μας οδηγεί εκεί που θέλει».
H. Zinn

Η αυριανή επέτειος για το «ΟΧΙ» της 28ης Οκτωβρίου 1940 επαναφέρει στο επίκεντρο το θέμα των ιστορικών επετείων και της ιστορικής γνώσης. Πολλοί καταλογίζουν στη νέα γενιά, με έναν ισοπεδωτικό, κατά κανόνα, τρόπο ιστορική άγνοια, αποσιωπώντας ή και παραποιώντας τις αιτίες.
Δε χρειάζεται να εξετάσουμε διεξοδικά πως μέσα από τις ωραιολογίες των πανηγυρικών της ημέρας και τις τυπικές τελετές, μέσα σε ένα τεχνητό κλίμα εθνικής έξαρσης και ευφορίας που διευκολύνει την έντονη ενεργοποίηση του συναισθήματος και τον παραγκωνισμό της κριτικής σκέψης, οι ιστορικές αλήθειες κλειδώνονται στο χρονοντούλαπο της ιστορίας και αντικαθίστανται από εθνικούς μύθους και στερεότυπα. Από αυτού του είδους τις τελετές ξεχωρίζουν οι παρελάσεις που σε φαντασιακό και πραγματικό επίπεδο αποτελούν μια λατρευτική εκδήλωση του έθνους που μπορεί δήθεν να μας ενώσει όλους και να μας κάνει να ξεχάσουμε τις ταξικές ή άλλες διαφορές, υπενθυμίζοντας και προβάλλοντας το κοινό ένδοξο παρελθόν και το εθνικό συμφέρον.
Χρειάζεται, όμως, να εξετάσουμε πως το μάθημα και τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας αναπαράγουν τους εθνικούς μύθους και την αμάθεια. Από τις αρχές τις δεκαετίας του 1990 τα σχολικά βιβλία «εκσυγχρονίζονται» με βάση τις προδιαγραφές της «νέας ευρωπαϊκής σκέψης». Στη θέση των ατελείωτων πολεμικών γεγονότων και εθνικών στερεοτύπων προβάλλεται μια «σούπα ιδεών», όπου το κύριο μπερδεύεται με το δευτερεύον, το αίτιο με το αποτέλεσμα. Αντί της αναγκαίας αφήγησης που έχουν ανάγκη οι μαθητές περιέχονται θραύσματα ιστορικών γνώσεων, με αποτέλεσμα να διαβάζουν τη σελίδα χωρίς να γνωρίζουν που ακριβώς αυτή εντάσσεται. Άλλωστε σύμφωνα με τους εκσυγχρονιστές σημασία δεν έχει η εξήγηση του γεγονότος, αλλά το νόημά του. Όχι αυτό που συνέβη(γεγονός, αίτιο, αποτέλεσμα, ένταξή του στο χρόνο), αλλά αυτό που αισθάνεται ο μαθητής (βιωματική προσέγγιση), έτσι ώστε να μην υπάρχει «ιστορική αλήθεια», αλλά «ατομική αλήθεια».
Με δυο λόγια και παρά τις διαφοροποιήσεις που παρουσιάζουν, από τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας απουσιάζει το ιστορικό πλαίσιο, οι κοινωνικές συγκρούσεις εξοστρακίζονται, ενώ η συνολική αφήγηση «κόβεται» σε πληροφορίες, εικόνες, αριθμούς και πηγές. Απομένει το απομονωμένο γεγονός, ενώ το «πώς» και το «γιατί» έχουν εξαφανιστεί. Πρόκειται για σπαράγματα-θραύσματα γεγονότων χωρίς συνέχεια. Παράλληλα έχει διαπιστωθεί και ερευνητικά ότι η «αναγκαστική επικέντρωση της διδασκαλίας στην προετοιμασία των μαθητών για τις εξετάσεις» είναι βασική αιτία για την αδυναμία κατανόησης των Ιστορικών γεγονότων. Στο πλαίσιο του εξεταστικοκεντρικού σχολείου κυριαρχεί ο «φετιχισμός του εγχειριδίου» (text book fetixism) που οδηγεί στην άκριτη απομνημόνευση. Έτσι οι μαθητές και οι μαθήτριες βυθίζονται σ’ ένα αρχιπέλαγος πληροφοριών, μαχών, χρονολογιών, προσώπων και γεγονότων που διαδέχονται το ένα το άλλο με κινηματογραφική ταχύτητα, αδυνατώντας να διαχωρίσουν το κύριο από το δευτερεύον, το αίτιο από το αιτιατό και να προσεγγίσουν την Ιστορική γνώση.
Ειδικότερα τα μεγάλα γεγονότα του 20ου αιώνα, η αντίσταση, ο εμφύλιος πόλεμος, το κίνημα της δεκαετίας του '60, το Κυπριακό παρουσιάζονται συνοπτικά και παραποιημένα, απουσιάζει κάθε ουσιαστική αναφορά στο ρόλο του ΕΑΜ, της αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων, ενώ αγιοποιείται η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όσο οι κυρίαρχοι θα επιμένουν να δια-μορφώνουν τις σχολικές γνώσεις σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, τόσο οι λογαριασμοί για μια εκπαίδευση που θα μορφώνει και δε θα παραμορφώνει θα παραμένουν ανοικτοί. Και για να θυμηθούμε τον ποιητή: «Ά, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά». (Μ. Αναγνωστάκης).

« ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ »

Από τον Γιώργο Κ. Καββαδία, εκπαιδευτικό – ερευνητή.
Ένα μήλο λαχταριστό απ’ έξω μα σάπιο στην καρδιά:
Ω πόσο όμορφη στην όψη φαντάζει η απάτη!
Σαίξπηρ, Ο έμπορος της Βενετίας.
Ξύνοντας το λούστρο των πρώτων ημερών της νέας κυβέρνησης, δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη η αλλαγή της ονομασίας του Υπουργείου Παιδείας που παραμένει Θρησκευμάτων, αλλά προστέθηκε ο όρος «Δια βίου εκπαίδευση». Ο όρος είναι ελκυστικός, γι’ αυτό και η προσθήκη δεν είναι τυχαία. Τι είδους εκπαίδευση επιφυλάσσουν για τους νέους οι νέοι κυβερνώντες;
« Υψηλής ποιότητας γνώση που εξασφαλίζει την ανταπόκριση στον διεθνή ανταγωνισμό και δημιουργεί ευνοϊκές προοπτικές…» ανέφερε η νέα υπουργός Παιδείας Α. Διαμαντοπούλου σε προεκλογική της συνέντευξη, ενώ πιο καθαρά η νέα υφυπουργός Ε. Χριστοφιλοπούλου δήλωνε: «Θέλουμε παιδιά τα οποία θα μπορέσουν να στελεχώσουν ή να κάνουν τα ίδια επιχειρηματικές δραστηριότητες του μέλλοντος».
Αυτές οι τοποθετήσεις εναρμονίζονται πλήρως με νεοφιλελεύθερες πολιτικές όπως αποτυπώνονται στα κείμενα των διεθνών οργανισμών, εκφράζοντας και εξειδικεύοντας τη στρατηγική των αναδιαρθρώσεων της εκπαίδευσης: Tα συστήματα εκπαίδευσης χάνουν τη σχετική αυτονομία τους και συνδέονται όλο και περισσότερο με αυτό που η αγορά επιβάλλει. H ανταγωνιστικότητα, η ευελιξία και η απασχολησιμότητα, λέξεις-κλειδιά για τους γλωσσικούς κώδικες της αγοράς, μεταφέρονται στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων.
Eίναι φανερό ότι επιλέγεται μια νέα μορφή εκπαίδευσης που να συνδέεται όλο και πιο στενά με τις άμεσες ανάγκες της αγοράς. Έτσι η περιβόητη «δια βίου εκπαίδευση» ξεπέφτει σε μια εργαλειακή ειδίκευση και κατάρτιση. Το σχολείο και οι σχολές προορίζονται να τροφοδοτούν την αγορά με εξειδικευμένο προσωπικό το οποίο, κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής, θα μπορεί να επανακαταρίζεται διαδοχικά σε δεξιότητες που, κατά περίπτωση, θα επιζητούν οι επιχειρήσεις. Οι δεξιότητες που προσφέρει μια κατάρτιση δίχως ενιαία και ολόπλευρη μόρφωση, απαξιώνονται γρήγορα, από την εξέλιξη και μόνο της τεχνολογίας. Η εύηχη προοπτική της «δια βίου εκπαίδευσης» είναι συμπληρωματική της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και της κυρίαρχης τάσης να καταργηθεί κάθε έννοια εργασιακού δικαιώματος.
Oι αναδιαρθρώσεις στην εκπαίδευση σκοπεύουν στη δημιουργία ενός σχολείου ελάχιστου κόστους και υψηλού κέρδους. Tο φτηνό σχολείο είναι αποτέλεσμα της υποχρηματοδότησης της εκπαίδευσης και συνδέεται με την αγοραία λογική της συρρίκνωσης του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Πρόσφατο δήγμα (δάγκωμα) και όχι δείγμα γραφής, η απόφαση της νέας ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας με την οποία «αναστέλλεται προσωρινά, γιατί μέχρι σήμερα δεν έχουν εξασφαλιστεί οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι» το Πρόγραμμα Διδακτικής Στήριξης (ΠΔΣ).
Οι παρενέργειες είναι σοβαρές, αφού οι μαθητές οδηγούνται στα φροντιστήρια, ενώ οι οικονομικές και εκπαιδευτικές ανισότητες οξύνονται. Κι όμως, τα ποσά που απαιτούνται για τη λειτουργία των προγραμμάτων της ΠΔΣ είναι 45 εκατομμύρια ευρώ περίπου ανά έτος και αποτελούν μόλις το 4,5% του 1 δις. ευρώ που έχει υποσχεθεί η νέα κυβέρνηση ότι θα επιχορηγήσει την εκπαίδευση την πρώτη χρονιά.
Σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε είναι αναγκαία η ορθολογική οργάνωση της εκπαίδευσης με βάση τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες, μα και τις ανάγκες των νέων. Γι’ αυτό και το σχολείο οφείλει να γνωρίσει σε όλους τους μαθητές τα βασικά στοιχεία όλων των εφαρμοσμένων και ανθρωπιστικών επιστημών, αλλά και τα βασικά στοιχεία της βιομηχανικής, αγροτικής παραγωγής και της αναπτυσσόμενης τεχνολογίας. Μόνο αυτή η ενιαία και ολόπλευρη μόρφωση μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες μιας ανάπτυξης σε όφελος των ανθρώπων και όχι των κερδών.

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑΣ

Από τον Γιώργο Κ. Καββαδία, εκπαιδευτικό – ερευνητή.

Εν χορδαίς και οργάνω από τις πρώτες μέρες της νέας διακυβέρνησης έγινε η εξαγγελία για διαδικτυακή εκδήλωση ενδιαφέροντος για τους γραμματείς των υπουργείων, αλλά και για άλλες θέσεις στα υπουργεία και τους άλλους τομείς της Δημόσιας Διοίκησης. Μόνο για τις 88 θέσεις γραμματέων υποβλήθηκαν περίπου 23.500 βιογραφικά. Και μόνο η μεγάλη συμμετοχή δείχνει ότι επικοινωνιακά η υπόσχεση « απόλυτης και μόνιμης αξιοκρατίας μέσα και έξω από το Δημόσιο» (Γ. Ραγκούσης, Υπ. Εσωτερικών) βρήκε ανταπόκριση.
Πόσο, όμως, αξιοκρατική μπορεί να είναι μια διαδικασία στην οποία δεν έχουν προσδιοριστεί από την αρχή και με σαφήνεια τα προσόντα, τα κριτήρια, ο τρόπος και οι φορείς που θα αποφασίσουν για τους «άξιους»; Η αλήθεια είναι ότι μια κλειστή τριμελής επιτροπή, «η τρόικα του Μαξίμου» επιλέγει τους γραμματείς.
Πέρα από τις ωραίες λέξεις, εκείνο που προβληματίζει είναι ότι επιλέγεται ένα άλλο μοντέλο διακυβέρνησης στο οποίο το κόμμα περιθωριοποιείται, ενώ όλη η εξουσία ασκείται από το σκληρό πυρήνα που είναι ο κύκλος των «φίλων» του πρωθυπουργού. Αυτό το μεταμοντέρνο σύστημα διακυβέρνησης δε χρειάζεται στελέχη με πολιτική άποψη, με οσμή από τις κοινωνικές διεργασίες και αγώνες, αλλά τεχνοκράτες με λάιτ πολιτικοποίηση.
Πέρα από τα εξωτερικά στοιχεία εντυπωσιασμού το μεταμοντέρνο αυτό σύστημα δεν είναι ριζοσπαστικό, αλλά πιο κλειστό από το προηγούμενο, ένα κράμα του αντίστοιχου βρετανικού και σουηδικού μοντέλου. Τα «πολιτικά κλοπιμαία» μεταξύ Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς για τα οποία γίνεται λόγος σε διεθνές επίπεδο, δηλαδή η αντιγραφή μοντέλων διακυβέρνησης, όπως το γερμανικό για τις εκλογές ή για την «διοικητική μεταρρύθμιση» δεν συνιστούν πολιτική ανατροπής, αλλά διαχείριση για τη διαιώνιση της κυριαρχίας των ολίγων και ισχυρών. Άλλωστε η εξουσία είναι εξ ορισμού κατάληψη μιας κυρίαρχης θέσης και οι κυρίαρχες θέσεις είναι προνομιακές και λίγες .
Κάθε κυρίαρχη τάξη έχει την τάση να ερμηνεύει ως «φυσική» ανικανότητα τις περιορισμένες ικανότητες πολλών ανθρώπων των ασθενέστερων τάξεων που στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών διακρίσεων και ανισοτήτων. Με άλλα λόγια τόσο οι ικανότητες που μπορεί να αναπτύξει το άτομο, όσο και οι ευκαιρίες για κοινωνική δράση προσδιορίζονται, κυρίως, από την κοινωνική θέση. Η κοινωνική θέση του καθένα παίζει αποφασιστικό ρόλο και σχετικά με τις ευκαιρίες, αλλά και τις δυνατότητες εξέλιξης. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που τα άτομα ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες η αξιοκρατία είναι τυπική και απατηλή. «Δεν είναι τίποτα πιο άδικο από το να μεταχειρίζεσαι ίσα άνισους». Ούτε, βέβαια, είναι εφικτή η ισότητα ευκαιριών σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από την άνιση κατανομή πλούτου και εξουσίας.
Προβληματίζει περισσότερο ότι η πολυδιαφημιζόμενη αξιοκρατία για όλες τις θέσεις στο δημόσιο εμφανίζεται ως γενικόλογη, χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο. Σε τελική ανάλυση φενάκη, απάτη είναι και η βαθιά ριζωμένη αντίληψη για τη φυσικά αριστοκρατία που αποτελεί ένα είδος ρατσισμού, ότι, δηλαδή, υπάρχουν άνθρωποι με περισσότερες ικανότητες, άρα ανώτεροι και άλλοι με λιγότερες, άρα κατώτεροι. Αυτή η αντίληψη μας φέρνει πίσω από τη διακήρυξη του 18ου αιώνα ότι «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι».
Μια σύγχρονη και ριζοσπαστική αντίληψη περί αξιοκρατίας δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται όχι μόνο με ένα ανοιχτό μοντέλο προσλήψεων με διαφανείς διαδικασίες και καθαρά κριτήρια, όσο και κυρίως με μια πολιτική κοινωνικής δικαιοσύνης που να ξεριζώνει τις βαθιές ρίζες της κοινωνικής ανισότητας. .