Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑ – ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ Από τον Γιώργο Κ. Καββαδία, εκπαιδευτικό –ερευνητή. http://gkavadias.blogspot.com Οι άστοχες επιλογές θεμάτων στις πανελλαδικές εξετάσεις, οι λανθασμένες διατυπώσεις, όπως στη Φυσική και η άνοδος του βαθμού δυσκολίας των θεμάτων στα περισσότερα μαθήματα επαναφέρουν στο προσκήνιο τις συζητήσεις για τις εξετάσεις και το ρόλο τους. Πέρα από τους πρακτικούς λόγους που εξυπηρετεί αυτή η «θεματο -λογία» υπάρχει ο κίνδυνος να αποπροσανατολίσει από τα ουσιώδη εκπαιδευτικά θέματα για το ρόλο των εξετάσεων, την κριτική ικανότητα και εν γένει το μορφωτικό επίπεδο των υποψηφίων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων συγκροτείται όχι από τους «άριστους», αλλά, κυρίως, από αρεστούς και υποτακτικούς στην ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας και λειτουργεί σε ένα πλαίσιο αδιαφάνειας με επίφαση το «αδιάβλητο» των εξετάσεων υλοποιώντας την «γραμμή», ακόμα και στην επιλογή των θεμάτων. Εύλογα για μια ακόμα χρονιά συγκεντρώνει τα πυρά της κριτικής και των αντιδράσεων της εκπαιδευτικής κοινότητας. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση της Ακαδημαϊκού κ. Αρβελέρ, της οποίας κείμενο δόθηκε στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας στους μαθητές. «Γράφω δύσκολα, δεν είναι για παιδιά τα κείμενα μου… Ουδέποτε θα έδινα εγώ τέτοιο κείμενο. Τι δίνετε εδώ στα παιδιά; Τι πράγματα είναι αυτά;» Η Ένωση Ελλήνων Φυσικών (Ε.Ε.Φ.), διαπιστώνει – μεταξύ άλλων - ότι: «Εκτός από το πρώτο θέμα τα υπόλοιπα απαιτούσαν μεγάλη εμπειρία και ιδιαίτερη διαίσθηση στη φυσική, σαν να επρόκειτο για διαγωνισμό ταλέντων φυσικής…» Είναι έξω από κάθε παιδαγωγική αρχή, να καλούνται οι υποψήφιοι να διαγωνιστούν σε υπέρμετρης δυσκολίας θέματα που οδηγούν στο «υπόγειο» της βαθμολογίας μαζικά τους υποψηφίους ακόμα και τους σχετικά καλά προετοιμασμένους. Περίπου το 70% της Τεχνολογικής κατεύθυνσης κάθε χρόνο στα Μαθηματικά και τη Φυσική συγκεντρώνει χαμηλή βαθμολογία «κάτω από τη βάση». Υψηλά ποσοστά αποτυχίας που κυμαίνονται κοντά στο 50% εμφανίζονται στα Αρχαία και την Ιστορία Θεωρητικής κατεύθυνσης, ενώ συνολικά περίπου το 40% των υποψηφίων έχουν βαθμολογία «κάτω από τη βάση». Τα στοιχεί πιστοποιούν ότι με τα θέματα που επιλέγονται προκαλείται ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στην εκπαιδευτική διαδικασία, τις προσπάθειες τόσο των εκπαιδευτικών, όσο και, κυρίως, των μαθητών με τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Με άλλα λόγια με τα θέματά τους οι κύριοι – «πρόθυμοι» της Επιτροπής των Εξετάσεων συμβάλλουν καταλυτικά στην ακύρωση των προσπαθειών των υποψηφίων και των οικογενειών τους, του ρόλου των εκπαιδευτικών και του σχολείου. Έτσι εντείνουν τον επιλεκτικό και ανταγωνιστικό χαρακτήρα των εξετάσεων ενδυναμώνοντας το ρόλο των φροντιστηρίων και της παραπαιδείας. Το μήνυμα είναι σαφές: «Ου παντός πλειν ες Κόρινθον». Με άλλα λόγια δεν μπορούν παιδιά από τις ασθενέστερες τάξεις και στρώματα να έχουν βλέψεις και φιλοδοξίες για σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και κυρίως για τις υψηλόβαθμες σχολές. Έτσι η είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνδέεται με τη δυνατότητα πληρωμής διδάκτρων σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα, με αποτέλεσμα να ροκανίζεται το πενιχρό εισόδημα χιλιάδων λαϊκών οικογενειών. Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι τα υψηλά ποσοστά επιτυχίας ή αποτυχίας είναι τεχνητή κατασκευή των λεγομένων διαβαθμισμένων θεμάτων που λειτουργούν σαν έξυπνες βόμβες με στόχους εξωεκπαιδευτικούς. Παράλληλα η συζήτηση για το μορφωτικό επίπεδο των μαθητών με βάση την καλή ή κακή βαθμολογία στις εξετάσεις είναι άνευ σημασίας, γιατί τα υψηλά ποσοστά επιτυχίας ή αποτυχίας είναι μια «κατασκευή» από τους «θεματοθέτες» της Επιτροπής Εξετάσεων που κρατούν στα χέρια τους τα «εργαλεία» των λεγομένων διαβαθμισμένων θεμάτων. Εύστοχα έχει επισημανθεί: «Δεν έγινε λάθος στις πανελλήνιες… οι πανελλήνιες είναι ένα λάθος!». Ασφαλώς και δεν είναι τα θέματα εύκολα ή δύσκολα, … θεία ή διαβολικά που καθορίζουν τον ρόλο των εξετάσεων και του σχολείου. Πίσω από μια τέτοια συζήτηση κρύβονται οι μύθοι των «ίσων ευκαιριών» και του «αδιάβλητου» των εξετάσεων. Ας μη μας διαφεύγει η ουσία. Όσο υπάρχει ο κλειστός αριθμός εισακτέων, «numerus clausus», τόσο οι εξετάσεις θα λειτουργούν ως μηχανισμοί ταξικής επιλογής ευνοώντας τους μαθητές από τις προνομιούχες τάξεις και αποκλείοντας τους «άλλους». Αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες υποψήφιοι κι αν ακόμα βαθμολογηθούν με βαθμολογία πάνω από τη βάση, που σημαίνει ότι αποδεικνύουν ότι είναι «ικανοί», δεν εισάγονται, αν άλλοι υποψήφιοι έχουν γράψει καλύτερα απ΄ αυτούς κι έχουν συμπληρώσει τον αριθμό των εισακτέων. Και το πιο κωμικοτραγικό είναι ότι ακόμα κι αν όλοι γράψουν άριστα, αποκλείεται να περάσουν όλοι, αφού μετά τη συμπλήρωση του αριθμού εισακτέων, οι υπόλοιποι αποκλείονται. Επομένως δεν πρόκειται για εξετάσεις, αλλά για διαγωνισμούς με ιδιαίτερα επαχθείς όρους. Όσοι από τις φτωχότερες τάξεις και στρώματα δεν πετύχουν, είναι «ελεύθεροι και ικανοί» να ασκήσουν διάφορα τεχνικά επαγγέλματα ή να γίνουν ανειδίκευτοι εργάτες ή αγρότες ή να μείνουν άνεργοι. Παράλληλα η συζήτηση για το μορφωτικό επίπεδο των μαθητών με βάση την καλή ή κακή βαθμολογία στις εξετάσεις είναι άνευ σημασίας, γιατί τα υψηλά ποσοστά επιτυχίας ή αποτυχίας είναι μια «κατασκευή» από τους «θεματοθέτες» της Επιτροπής Εξετάσεων που κρατούν στα χέρια τους τα «εργαλεία» των λεγομένων διαβαθμισμένων θεμάτων. Οι εξετάσεις αποτελούν τον ορατό μηχανισμό της επιλεκτικής- απορριπτικής λειτουργίας του σχολείου. Πέρα από τον μαζικό αποκλεισμό των υποψηφίων, κυρίως από τις ασθενέστερες τάξεις και στρώματα και τις απομακρυσμένες περιοχές της χώρας, οι εξετάσεις επιβάλλουν έναν ολοκληρωτικό έλεγχο στην εκπαιδευτική διαδικασία από το Δημοτικό. Οι εξετάσεις γίνονται εργαλεία που μετατρέπουν τη διαδικασία της μόρφωσης σε εξάσκηση για το κυνήγι «χρήσιμων γνώσεων» που αποφέρουν βαθμούς. Σημασία έχει η παροχή «συνταγών επιτυχίας» για τη συλλογή μορίων. Οι μαθητές «μαθαίνουν» τις σχολικές γνώσεις, αρκετοί περνούν με επιτυχία τις εξετάσεις, αλλά δεν τις κατανοούν. Δεν μπορούν να συνδέσουν τις επιμέρους γνώσεις από τα διάφορα μαθήματα προκειμένου να ερμηνεύσουν τον κόσμο στον οποίο ζουν μέχρι το πανεπιστήμιο. Δεν υπάρχει «φαεινή ιδέα» για το εξεταστικό. Το σύστημα πρόσβασης δεν μπορεί να βρει δίκαιη λύση στο πλαίσιο των άνισων όρων που δημιουργεί η σημερινή εκπαιδευτική και κοινωνική πραγματικότητα. Η εκπαιδευτική κοινότητα πρέπει να κοιτάξει το δάσος και όχι το δέντρο και να μιλήσει για όλα τα παιδιά. Να μιλήσουμε για τις χιλιάδες μαθητών για τους οποίους η συζήτηση για το σύστημα πρόσβασης στην Ανώτατη εκπαίδευση είναι έξω από το οπτικό τους πεδίο καθώς δεν ολοκληρώνουν ούτε καν την υποχρεωτική -εδώ και αρκετές δεκαετίες- 9χρονη εκπαίδευση. Να σταθούμε κριτικά απέναντι στην τεμαχισμένη, αποσπασματική και τυποποιημένη γνώση. Τα νέα βιβλία πέρα από την ιδεολογική μονομέρεια, την αντιεπιστημονικότητα, και το μυθολογικό - θεολογικό τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας, θρυμματίζουν τις γνώσεις με αποτέλεσμα να χάνεται η σχέση αιτίας και αποτελέσματος καθώς και κάθε νόημα σε τέτοιο βαθμό που οδηγούν σε βιασμό της πνευματικής συγκρότησης. Στα πλαίσια αυτά πρέπει να σταθούμε κριτικά απέναντι στο περιεχόμενο, τις μορφές και τις κατευθύνσεις των αναλυτικών προγραμμάτων και βιβλίων και στις σχολικές πρακτικές (τι, πως και γιατί μαθαίνουν οι μαθητές) που εντυπώνουν στους μαθητές μας από την πιο τρυφερή ηλικία, αντιλήψεις, πεποιθήσεις και στάσεις για τη φύση και την κοινωνία απαραίτητες για την «παραγωγή» παθητικών, συντηρητικών προσωπικοτήτων . Χρειάζεται, επίσης, να επισημανθεί ότι η «αυτονομία» ή «αποδέσμευση του Λυκείου» δεν εξαρτάται, σε τελευταία ανάλυση, από τις εξετάσεις πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πρώτα - πρώτα γιατί κάθε εκπαιδευτική βαθμίδα είναι λογικό να δένεται ως κρίκος μιας αλυσίδας με την επόμενη. Δεύτερον γιατί όπου κι αν μετατεθούν οι εξετάσεις πρόσβασης χρονικά, το Λύκειο θα συνεχίσει να είναι προθάλαμός τους. Από τη πλευρά του κόσμου της εργασίας χρειάζεται να οργανωθεί ένα ευρύ μορφωτικό κίνημα παιδείας με μια εκπαιδευτική διακήρυξη για τα δικαιώματα και τις μορφωτικές ανάγκες της νέας γενιάς προβάλλοντας το στρατηγικό αίτημα «μόρφωση και δουλειά για όλους» . Γι’ αυτό και το ζητούμενο σήμερα δεν είναι το «λίφτινγκ» του εξεταστικού συστήματος. Σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε έχουμε ανάγκη από ένα σχολείο που να αγκαλιάζει όλα τα παιδιά χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις, όπου πρωταρχική σημασία έχει ο πνευματικός εξοπλισμός των μαθητών, η καλλιέργεια «ελεύθερων και δημοκρατικών πολιτών», έτσι ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν κριτικά την κοινωνία με την ενεργή συμμετοχή τους και παρέμβαση σ ΄ όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας.