Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΝΕΟΣ ΓΥΡΟΣ ΜΕ ΨΑΛΙΔΙΣΜΑ ΜΙΣΘΩΝ, ΜΕΙΩΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, φθινόπωρο 2010
ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ Η ΑΠΟΓΡΑΦΗ
Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι εξέφρασαν, ευθύς εξαρχής, την απορία τους, όταν η Κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεσή της να απογράψει τους δημοσίους υπαλλήλους. Η Κοινή Υπουργική Απόφαση του υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του υπουργείου Οικονομικών, με βάση το Νόμο 3845/2010, κάλεσε κάθε δημόσιο υπάλληλο ξεχωριστά να καταγραφεί με δική του ευθύνη, με την ρητά διατυπωμένη, μάλιστα, απειλή, ότι όποιος δεν απογράφονταν θα αντιμετώπιζε την διακοπή της μισθοδοσίας του το Φθινόπωρο που θα έκανε το ντεπούτο της η νεοσυσταθείσα Ενιαία Αρχή Πληρωμών. Το βασικό ερώτημα εστιάστηκε στο γιατί η καταγραφή δεν γίνονταν με τα στοιχεία που ήδη διέθεταν οι διευθύνσεις προσωπικού υπουργείων και άλλων φορέων του Δημοσίου.
Στην Κοινή Υπουργική Απόφαση τονίζονταν επίσης ότι «με την απόφαση αυτή, η ελληνική κυβέρνηση κάνει ένα ακόμα βήμα για την βελτίωση της λειτουργίας του κράτους και δείχνει την αποφασιστικότητα της να διορθώσει χρόνιες γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Το κράτος αποκτά για πρώτη φορά πλήρη εικόνα των αμοιβών σε όλο το φάσμα του Δημοσίου, ενώ γίνεται πράξη το αυτονόητο, η πλήρης καταγραφή των εργαζομένων, που θα επιτρέψει την ουσιαστική αξιοποίησή τους και παράλληλα τη δυνατότητα καλύτερου ελέγχου των δαπανών του Δημοσίου, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις, σε ένα δεύτερο στάδιο, για δημιουργία ενιαίου μισθολογίου».
Όποιος έχει στοιχειώδη εμπειρία από τους μάγιστρους της επικοινωνιακής πολιτικής της Κυβέρνησης μπορεί να διακρίνει με γυμνό οφθαλμό τις αθέατες σκοπιμότητες: Η όλη διαδικασία, με τη βοήθεια των ηλεκτρονικών μας γκουβερνάντων, με τα ατελείωτα άρθρα της δημοσιογραφίας της αυλής και με το βάρος των πρόθυμων διανοουμένων της οθόνης, ερχόταν να πριμοδοτήσει, να στερεώσει και να νομιμοποιήσει έναν από τους βολικότερους αστικούς μύθους για το «διογκωμένο συγκεντρωτικό κράτος με τους άπειρους, προνομιούχους και βαριεστημένους δημοσίους υπαλλήλους», ο αριθμός των οποίων «σχετίζεται αφενός με τα δημοσιονομικά ελλείμματα αφετέρου με τις αναχρονιστικές αγκυλώσεις της κρατικής μηχανής». Στη συνείδηση της κοινής γνώμης οι δημόσιοι υπάλληλοι παρουσιάστηκαν για μια ακόμη φορά με αριστοτεχνικό τρόπο σαν «το βαρίδι στα πόδια μιας κοινωνίας και μιας οικονομίας που θέλει να προχωρήσει και δεν μπορεί». Με δυο λόγια, επιδιώκεται ο αποπροσανατολισμός της κοινωνίας με στερεότυπα για τους «τεμπέληδες» και «ευνοημένους» υπαλλήλους και τον υπερδιογκωμένο δημόσιο τομέα
Πριν από κάθε επίθεση προηγείται η προπαγάνδα η οποία χρησιμοποιείται για να λιπάνει το έδαφος. Στόχος η συκοφάντηση του αντιπάλου, η απομόνωση του από σύμμαχες δυνάμεις, σε τέτοιο βαθμό που το θύμα να αποδεχθεί τη θυσία σα να είναι θέλημα Θεού. Να γίνει ξεκάθαρο: Η συζήτηση για το μέγεθος του δημοσίου τομέα και για την έκταση της απασχόλησης σ’ αυτόν με τους όρους που γίνεται είναι προφανές ότι λειτουργεί στην κατεύθυνση της νομιμοποίησης της ιδιωτικοποίησης και της απόσυρσης του κράτους από δραστηριότητες υπέρ των ιδιωτών.
Τα ίδια, όμως, τα αποτελέσματα της απογραφής διαψεύδουν τους διαπρύσιους κήρυκες του νεοφιλελευθερισμού και κάθε λογής οπαδούς του λιγότερου κράτους , όταν πρόκειται για δικαιώματα και κατακτήσεις των εργαζομένων, ενώ υπερθεματίζουν για παρεμβατικές πολιτικές του κράτους προκειμένου να ενισχυθούν οι τράπεζες και το κεφάλαιο. Το γεγονός ότι το αποτέλεσμα της απογραφής (768.000 εκ των οποίων οι 160.000 είναι ένστολοι και άλλοι 100.00 είναι συμβασιούχοι, αιρετοί κλπ) δεν συνάδει με την προβολή, όλη την προηγούμενη περίοδο ενός κράτους – μαμούθ 1.000.000 και βάλε δημοσίων υπαλλήλων έχει μικρή σημασία για τους επικοινωνιολόγους της υποταγής και ακόμη μικρότερη για τους πολιτικούς εργοδότες τους. Εξάλλου σύμφωνα με τα στοιχεία των κρατικών υπηρεσιών τα οποία αποστέλλονται τακτικά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Μάρτιο του 2009 ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων ανερχόταν- κατά προσέγγιση- σε 741.148 άτομα[1].
Μάλιστα ερευνητικά αποδεικνύεται ότι είναι μύθος ότι ο ελληνικός δημόσιος τομέας είναι διογκωμένος με κριτήριο τους απασχολούμενους σε αυτόν. Στο σημείο αυτό έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι αριθμοί. Αν ρίξει κανείς μια ματιά μόνο στο ποσοστό που καταλαμβάνει η απασχόληση στο δημόσιο τομέα στο σύνολο της γενικής απασχόλησης θα διαπιστώσει πως το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα δεν απέχει καθόλου από το μέσο του ποσοστού των δημοσίων υπαλλήλων στις χώρες της Ευρωζώνης, στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Μόλις το 11,4% του εργατικού δυναμικού απασχολείται, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο μέσος όρος είναι 15,9%. [2]Επίσης οι αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι τόσο μεγάλες που να δικαιώνουν όσους ενοχοποιούν τον δημόσιο τομέα για τα ελλείμματα. Με αυθαίρετες συγκρίσεις (π.χ. μισθός υπαλλήλου ΠΕ στο δημόσιο με μισθό ανειδίκευτου εργάτη στον ιδιωτικό τομέα), χαλκευμένα στοιχεία (υπολογίζοντας τις υπερωρίες στα επιδόματα!) και αυθαίρετους υπολογισμούς προσπαθούν τα εξαπτέρυγα της κυβέρνησης να αποκρύψουν την απλή αλήθεια, ότι το 80% των δημοσίων υπαλλήλων πληρώνεται μισθούς που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας στην Ε.Ε. (λιγότερα από 1.300 ευρώ το μήνα). Από έρευνα προκύπτει ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση των «15» οι αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων το 1998 απορροφούσαν το 12,08% του ΑΕΠ, ενώ στην Ελλάδα το 11,1%. [3]
Η Ε.Ε. ΜΑΝΤΑΡΕΙ, ΜΟΝΤΑΡΕΙ ΚΑΙ ΤΑΚΤΟΠΟΙΕΙ
Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι: Η απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων δεν αποτελεί παρά τμήμα μιας οργανωμένης επιχείρησης σε επίπεδο Ε.Ε. η οποία μοντάρεται εδώ και αρκετό καιρό και με την ευκαιρία της κρίσης επιταχύνθηκε η προσπάθεια υλοποίησής της.
Αναφερόμαστε, βεβαίως, στη νέα ευρωπαϊκή στρατηγική «Ευρώπη 2020», που περιλαμβάνει στο μενού της ως πρόγευμα, την αυστηροποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας και την «οικονομική διακυβέρνηση». Θέματα που βρέθηκαν στο επίκεντρο των συνομιλιών στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες στις 17-18 Ιουνίου του 2010[4].
Λίγες μέρες αργότερα, στις 30 Iουνίου 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία περιγράφεται μια σειρά από εργαλεία για την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης της Ε.Ε. και της ευρωζώνης[5].
Σε πρώτο επίπεδο το νέο μοντέλο οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης σημαίνει μεγαλύτερο έλεγχο των δημοσιονομικών και των οικονομικών πολιτικών κάθε χώρας-μέλους από τις Βρυξέλλες. Στα πλαίσια αυτά συμφωνήθηκαν συγκεκριμένες προτάσεις, όπως η εκ των προτέρων -κάθε άνοιξη, αρχής γενομένης από το 2011- αξιολόγηση σε κοινοτικό επίπεδο των σχεδίων προϋπολογισμών των κρατών - μελών πριν κατατεθούν και εγκριθούν από τα εθνικά κοινοβούλια.
Η εφαρμογή της ολοκληρωμένης ενισχυμένης επιτήρησης, τόσο των δημοσιονομικών πολιτικών, όσο των μακροοικονομικών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, συνοδεύονται από κυρώσεις για την πρόληψη ή τη διόρθωση των εκτροπών που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική σταθερότητα της ΕΕ και της ευρωζώνης.
Για να περιοριστεί ο κίνδυνος μη συμμόρφωσης των χωρών με τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας, η καγκελάριος της Γερμανίας πρότεινε να υπάρχουν αυστηρές ποινές στους παραβάτες, με κυρώσεις που θα ξεκινούν από την παρακράτηση πόρων από τα κοινοτικά Ταμεία και θα φτάνουν έως τον αποκλεισμό των παραβατών από τις ψηφοφορίες στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και, σε περίπτωση υποτροπής, στον αποκλεισμό τους από την Ευρωζώνη.
Στο πλαίσιο, λοιπόν, της ιδέας για «οικονομική διακυβέρνηση» της Ε.Ε. προωθούνται κατευθύνσεις για τον ορισμό ενός πλαφόν, που θα αναφέρεται στο ανώτατο όριο των υπαλλήλων (οι αμοιβές των οποίων χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό) ως ποσοστό του πληθυσμού ή του ενεργού πληθυσμού ή αλλιώς για το ορισμό ενός πλαφόν του κρατικού προϋπολογισμού το οποίο θα εξυπηρετεί τη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων.
Ας έρθουμε τώρα στη χώρα μας για να δούμε με ποιους τρόπους υλοποιούνται οι κατευθύνσεις αυτές. Σύμφωνα με τις επιταγές του μνημονίου τους επόμενους μήνες η κυβέρνηση πρέπει να παρουσιάσει έναν καινούριο κρατικό μηχανισμό, οπωσδήποτε, εκτός των άλλων, πιο φθηνό.
Η απογραφή χρησιμοποιείται σαν δούρειος ίππος προκειμένου να ληφθούν ακόμα πιο σκληρά μέτρα που θα κάνουν σκόνη και θρύψαλα τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα, αλλά και θα κατεδαφίσουν τα ερείπια του «κράτους – πρόνοιας» με απρόβλεπτες επιπτώσεις για τους εργαζόμενους και τους απόκληρους αυτής της κοινωνίας. Το Μνημόνιο που πιστοποιεί ότι η χώρα μας «διοικείται ως οιονεί προτεκτοράτο» (Financial Times) προβλέπει ότι η μισθολογική δαπάνη του δημοσίου θα μειωθεί κατά 2,7 δις. ευρώ την επόμενη τριετία. Αυτό σημαίνει περικοπές μισθών και επιδομάτων, ενώ ήδη έχουν περικοπεί τα εισοδήματά τους κατά 25% - 35%! Σύνδεση μισθού – παραγωγικότητας ή καλύτερα ημετεροκρατίας και νεποτισμού και μαζικές μετατάξεις και απολύσεις στο όνομα του εξορθολογισμού. Έτσι η «κόκκινη γραμμή» του πρωθυπουργού με τα 4 «ΟΧΙ» (σε απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας, σε νέες περικοπές μισθών και επιδομάτων στο Δημόσιο, σε επιβολή μειώσεων στις συντάξεις, σε επέκταση των περικοπών των αμοιβών και στον ιδιωτικό τομέα) να μοιάζει με πικρόχολο ανέκδοτο. Η ίδια η μονιμότητα απειλείται περισσότερο από κάθε άλλη φορά και η … Κλαυθμώνος αναμένεται να γράψει νέες ιστορικές σελίδες. Σε αυτή την κατεύθυνση δρομολογούνται και εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις, δηλαδή ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας και δυσβάστακτες αυξήσεις στα τιμολόγια των ΔΕΚΟ και εν τέλει η παραλυσία του συστήματος υγείας, της εκπαίδευσης και άλλων τομέων κοινωνικής πρόνοιας εξαιτίας των ελλείψεων σε προσωπικό και υποδομές.



Αναλυτικότερα το μισθολογικό κόστος του Δημοσίου το 2009, πριν από την εφαρμογή του προγράμματος σταθερότητας, ήταν 12,5 δισ. ευρώ, από τα οποία περίπου 5 δισ. ευρώ αφορούσαν επιδόματα. Με το πάγωμα των μισθών και τη μείωση δώρων και επιδομάτων, προβλέπεται μείωση της μισθολογικής δαπάνης κατά 1,1 δισ. ευρώ το 2010. Η συνολική μείωση μέχρι και το 2013 προϋπολογίζεται σε 2,7 δισ. ευρώ και κατανέμεται ως εξής:
- Το 2011 η μισθολογική δαπάνη θα μειωθεί κατά 400 εκατ. ευρώ ακόμη με το ψαλίδι που έχει μπει σε δώρα και επιδόματα και 100 εκατ. ευρώ επιπλέον με την εφαρμογή του ενοποιημένου συστήματος πληρωμών.
- Το 2012 το μισθολογικό κόστος πρέπει να υποχωρήσει κατά 600 εκατ. ευρώ με την περαιτέρω μείωση των προσλήψεων (κάτω και από τη σχέση μία πρόσληψη για κάθε πέντε συνταξιοδοτήσεις) και το 2013 επίσης άλλα 500 εκατ. ευρώ.
- Επιπλέον 1,5 δισ. ευρώ εξοικονόμηση προβλέπεται την τριετία 2011-2013 με την εφαρμογή του «Καλλικράτη».
ΜΕ ΟΧΗΜΑ ΤΟ ΝΕΟ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΟ
Το όχημα του νέου ψαλιδίσματος των μισθών θα είναι το λεγόμενο νέο μισθολόγιο του οποίου ο κεντρικός άξονας είναι η «εξίσωση των μισθών προς τα κάτω». Σύμφωνα με το σενάριο που επεξεργάζεται η κυβέρνηση πλήθος επιδομάτων θα καταργηθεί ενώ κάποια επιδόματα όπως είναι το κίνητρο απόδοσης ή το επίδομα εξομάλυνσης που το λαμβάνουν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα ενσωματωθεί στο βασικό μισθό. Είναι αναπόφευκτο λοιπόν, ορισμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων να υποστούν σημαντικές περικοπές στις μηνιαίες αποδοχές τους, ενώ μειωμένες θα είναι οι αποδοχές και για τους νεοπροσλαμβανόμενους στο δημόσιο.
Όσο για τα παπαγαλάκια της κυβέρνησης και του κυβερνητικού που διαδίδουν ότι οι κλάδοι των δημοσίων υπαλλήλων (εκπαιδευτικοί και άλλοι) που είναι χαμηλόμισθοί δεν θα θιγούν αντίθετα με τους υψηλόμισθούς υπαλλήλους, η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Όχι μόνο δε θα καταργηθεί η «μεγάλη ασυμμετρία αμοιβών» που στα λόγια είναι στόχος της κυβέρνησης, αλλά θα ενισχυθεί περισσότερο. Κι αυτό προβλέπεται η σύνδεση μισθού – παραγωγικότητας. Δύο από τους έξι στόχους της «Ενιαίου» Μισθολογίου «να σχετίζεται με το παραγόμενο αποτέλεσμα» και «να συνδέεται με τη σπουδαιότητα των ασκούμενων καθηκόντων και την κατοχή θέσεων ευθύνης». Έτσι ενισχύεται ο κομματισμός και η εξάρτηση των υπαλλήλων από την διοικητική ιεραρχία και σταθεροποιείται η θέση της υπαλληλικής αριστοκρατίας, τόσο κατά κλάδο, όσο και μεταξύ των διαφόρων κλάδων του Δημοσίου.
Από τις κυβερνητικές εξαγγελίες φαίνεται ότι θα υπάρξει ένας βασικός μισθός που θα είναι μικρότερος των σημερινών και ένα ενιαίο επίδομα που δε θα συνυπολογίζεται στην σύνταξη και θα αυξάνονται οι αποδοχές ανάλογα με την παραγωγικότητα του κάθε υπαλλήλου και της υπηρεσίας. Διαμορφώνεται, έτσι, ένας ατομικός μισθός κατά υπάλληλο. Τόσο ο υπάλληλος, όσο και οι αποδοχές του εξαρτώνται από τον εκάστοτε κομματικό προϊστάμενο και από την συγκεκριμένη υπηρεσία στην οποία εργάζεται. Την ίδια ώρα οι νεοεισερχόμενοι σαφώς και θα έχουν μικρότερους μισθούς (φτωχολόγιο) από το βασικό μισθό των «παλαιότερων» υπαλλήλων. Με δυο λόγια οι ανισότητες εντείνονται και το χάσμα ανάμεσα στους χαμηλόμισθούς και τους υψηλόμισθους υπαλλήλους διευρύνεται.
Είναι σαφές ότι δεν υπάρχουν αντικειμενικά και μετρήσιμα κριτήρια της παραγωγικότητας. Η παραγωγικότητα από την άλλη δεν είναι, κυρίως, ατομική ούτε καν συλλογική υπόθεση των εργαζομένων. Εξαρτάται από ποικίλους εξωτερικούς παράγοντες. Από την ίδια την πολιτική της κυβέρνησης που εφαρμόζει σε κάθε τομέα, την χρηματοδότηση, τις υποδομές και τον εξοπλισμό, την στελέχωση, την οργάνωση, την επιμόρφωση των υπαλλήλων και άλλους παράγοντες, ων ουκ έστιν αριθμός. Κι αφού δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια, τα πάντα θα εξαρτώνται από την δημοσιοϋπαλληλική ιεραρχία που και έντονα κομματικοποιημένη είναι και διαποτισμένη με μια γραφειοκρατική αντίληψη που θέλει τον εργαζόμενο «άβουλο, μοιραίο» και υποταγμένο. Έτσι, δημιουργούνται συνθήκες ζούγκλας, όπου «ο ένας στρέφεται εναντίον του άλλου» και επικρατεί το δόγμα «ο θάνατός σου, η ζωή μου» και ό,τι αυτά συνεπάγονται.

Παράλληλα, πέρα από τις μετατάξεις που ήδη δρομολογούνται, η κεντρική γραμμή είναι η μείωση των δημοσίων υπαλλήλων αφενός μέσω της δραστικής μείωσης των προσλήψεων αφετέρου μέσω της δρομολόγησης νέων και εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων υπηρεσιών και εκχώρηση των λειτουργιών τους σε ιδιώτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Μνημόνιο προβλέπεται ότι σε κάθε πέντε παραιτήσεις - αποχωρήσεις δημοσίων υπαλλήλων θα προσλαμβάνεται ένας, ενώ η πρόβλεψη για «εξαίρεση» του τομέα της υγείας και της παιδείας μοιάζενι με πικρόχολο ανέκδοτο καθώς στην παραίτηση - αποχώρηση 11.500 μονίμων εκπαιδευτικών η Κυβέρνηση «απάντησε» με 2.825 όλες κι όλες προσλήψεις. Παράλληλα μεθοδεύεται η «απεμπλοκή» του Δημοσίου από μια σειρά επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και η ιδιωτικοποίηση πληθώρας ΔΕΚΟ ( Αγροτική Τράπεζα, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, αεροδρόμια, λιμάνια, ΟΣΕ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΔΕΗ, ΔΕΠΑ, ΕΛΠΕ, ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, ΟΔΙΕ κ.ά. Εάν οι επιχειρήσεις αυτές περάσουν ολοκληρωτικά ή μερικώς έστω (ως προς το μάνατζμεντ, για παράδειγμα) στον ιδιωτικό τομέα, οι εργαζόμενοι σ΄ αυτές παύουν να θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι- και άρα υπόκεινται στους κανόνες του ιδιωτικού τομέα, που προβλέπει και απολύσεις.

Οι επικοινωνιολόγοι της κυβέρνησης έχουν γίνει οι καλύτεροι νονοί της πιο διεστραμμένης διαστρέβλωσης των λέξεων, των εννοιών, της γλώσσας. Η απόλυση κρύβεται πίσω από τη λέξη εξυγίανση ή εξορθολογισμός, η ιδιωτικοποίηση τμημάτων του δημοσίου τομέα καλύπτεται πίσω από τη λέξη απελευθέρωση των αγορών. Σπουδαίες, φωτεινές, ελπιδοφόρες λέξεις χρησιμοποιούνται ως παραπλανητικός επίδεσμος μιας πολιτικής που ισοπεδώνει κατακτήσεις και δικαιώματα.
Παράλληλα είναι σαφές ότι η λεγόμενη απελευθέρωση των αγορών, δηλαδή το ξεπούλημα των δημοσίων οργανισμών στους ιδιώτες, πρώτα πρώτα είναι ψευδεπίγραφη (απλά αντί για ένα κρατικό μονοπώλιο έχουμε ένα ιδιωτικό μονοπώλιο), δεύτερον αφορά τις πιο αποδοτικές και κερδοφόρες (ποιος άλλωστε ιδιώτης θα αγόραζε ζηµιογόνες;) και τρίτον μετά την ιδιωτικοποίησή τους τα πράγματα χειροτερεύουν όσον αφορά στην προσφορά υπηρεσιών. Μετά την ιδιωτικοποίηση των βρετανικών σιδηροδρόµων Ρέιλτρακ συνέβηκαν τα περισσότερα δυστυχήματα καθώς οι ιδιώτες που ανέλαβαν δεν είχαν καμιά διάθεση να επιβαρυνθούν µε το κόστος του εκσυγχρονισµού του δικτύου τους. Πριν από την ιδιωτικοποίηση των ισπανικών ταχυδροµείων, ο ταχυδρόµος έφτανε µέχρι και το πιο µακρινό χωριό. Σήµερα δεν παραδίδει γράµµατα σε σπίτια που δεν βρίσκονται κοντά σε κεντρικό δρόµο. Οταν κάποτε δηµοσιογράφοι ρώτησαν τον πρόεδρο της γαλλικής εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας ΕDF Φρανσουά Ρουσελί αν µπορούσε να εγγυηθεί πως µετά την ιδιωτικοποίησή της οι τιµές του ηλεκτρικού θα παρέµεναν φθηνές, εκείνος είχε απαντήσει αρνητικά. Η περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας δείχνει ξεκάθαρα τα όρια των ιδιωτικοποιήσεων. Οι διακοπές που κάθε τόσο βυθίζουν στο σκοτάδι το Λονδίνο, την Ιταλία ή την Καλιφόρνια εξηγούνται από την απροθυµία των ιδιωτών να επενδύσουν στην ανανέωση των δικτύων, προκειµένου να διατηρήσουν την κερδοφορία τους..