Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ Δ.Ν.Τ.

ΕΘΝΟΣ (Επωνύμως) Παρ. 3 – 12 - 2010

Πίσω από εύηχες λέξεις «αυτοτέλεια», «κοινωνική λογοδοσία», «σύνδεση με την κοινωνία και την οικονομία» κρύβονται αλλαγές που ιδιωτικοποιούν τα πανεπιστήμια. Το «αυτοτελές» πανεπιστήμιο θα πρέπει να αναζητήσει πόρους για την λειτουργία του. Εδώ ας μην γελιόμαστε: οι πιο συνήθεις πόροι είναι οι ίδιοι οι φοιτητές που θα κληθούν για να πληρώσουν τις σπουδές τους. Η εμπειρία των μεταπτυχιακών στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες, όπως δείχνουν και οι κινητοποιήσεις των φοιτητών σε Ιταλία, Αγγλία, όπου οι φοιτητές πληρώνουν δίδακτρα, είναι διδακτική.
Αλλάζει το περιεχόμενο του πανεπιστημίου. Από χώρος ελεύθερης σκέψης και έρευνας το πανεπιστήμιο μετατρέπεται σε χώρο κατάρτισης με βάση τις ανάγκες της αγοράς. Η «ανταπόκριση στις αλλαγές της παγκοσμιοποίησης» είναι η πλήρης εναρμόνιση με τις επιταγές των διεθνών οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ). Στον κεντρικό πυρήνα τους αντιμετωπίζουν την παιδεία ως εμπόρευμα / υπηρεσίες εκπαίδευσης, και ως τέτοιες πρέπει να υπόκεινται στους κανόνες της αγοράς, τους φοιτητές ως πελάτες που αγοράζουν αυτές τις υπηρεσίες και τους φορείς που τις παράγουν ως επιχειρήσεις.
Το δημόσιο πανεπιστήμιο τείνει, λοιπόν, να αντιμετωπίζεται σαν μια επιχείρηση που οφείλει να βρει τρόπους, ώστε να επιπλεύσει σε συνθήκες οξύτατου ανταγωνισμού. Αυτό, για το Υπουργείο Παιδείας, σημαίνει ότι τα ΑΕΙ οφείλουν να αλλάξουν τη «χρηματοδοτική τους κουλτούρα» και να απελευθερωθούν από τα «δεσμά» της δημόσιας χρηματοδότησης, να διευρύνουν τη συνεργασία τους με την αγορά και τους εργοδότες. Με αυτό προετοιμάζουν το έδαφος για την επιβολή διδάκτρων, τη μετατροπή του φοιτητή σε «πελάτη» που «αγοράζει υπηρεσίες εκπαίδευσης».
Με την αλλαγή στον τρόπο χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων, (Ανεξάρτητη Αρχή Χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων!), που ήδη έχει περικοπεί κατά 40%, η χρηματοδότηση θα καθορίζεται από συμφωνηθέντα κριτήρια απόδοσης και θα εξαρτάται από την κατάταξή τους από «διεθνείς οίκους αξιολόγησης». Με όχημα το μηχανισμό της λεγόμενης «αξιολόγησης» και, βάσει αυτής, χρηματοδότησής τους τα Πανεπιστήμια εκβιάζονται να υποταχθούν στους νόμους της αγοράς. Εκβιάζονται να δημιουργήσουν πεδία ζήτησης των «υπηρεσιών» τους εργαλειοποιώντας πλήρως τη διδασκαλία και την έρευνα.
Επιπλέον ανατρέπεται πλήρως η έννοια του Τμήματος και του πτυχίου που αυτό χορηγούσε. Βασική ακαδημαϊκή μονάδα θα είναι η Σχολή και αυτή θα δίνει στα πτυχία. Οι φοιτητές θα εισάγονται σε Σχολές και όχι τμήματα. Η αντίληψη των προγραμμάτων σπουδών ως ενοτήτων εντός μιας Σχολής θα ενισχύσει τις τάσεις εξατομίκευσης του πτυχίου και υποκατάστασής του από έναν ατομικό φάκελο προσόντων. Η αποδόμηση των πτυχίων επιτείνεται και από την πλήρη εισαγωγή του νέου «Εθνικού Πλαισίου Προσόντων» (NQF). Στο ίδιο πλαίσιο και όλο το φάσμα των ρυθμίσεων με τις οποίες αναγνωρίζονται ουσιαστικά ως τμήμα της Ανώτατης Εκπαίδευσης τα ιδιωτικά κολλέγια και τους αποδίδονται ανάλογα επαγγελματικά δικαιώματα.
Η αποδόμηση του δημόσιου πανεπιστημίου ολοκληρώνεται με τον « Καλλικράτη» για τα Πανεπιστήμια. Τα «Περιφερειακά Συμβούλια», θα επιβάλουν τη συρρίκνωση της δημόσιας και δωρεάν ανώτατης εκπαίδευσης, με την κατάργηση και συγχώνευση Πανεπιστημίων και Τμημάτων και τη δημιουργία «Ιδρυμάτων πολλών ταχυτήτων».